Οι κορυφαίοι «πωλητές» δημόσιας περιουσίας στην Ευρώπη
Με την πώληση ενός ακόμη ποσοστού 10% του ΟΤΕ στη γερμανική Deutsche Telekom θα ανοίξει ο χορός των αποκρατικοποιήσεων στα πλαίσια του φιλόδοξου προγράμματος της κυβέρνησης.
Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου έχει ως στόχο την είσπραξη 15 δισ. ευρώ έως το 2013 και του ποσού - μαμούθ των 50 δισ. έως το 2015 από την πώληση περισσότερων από 30 κρατικών επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του privatization barometer, μέχρι στιγμής και από το 1991, η Ελλάδα έχει εισπράξει από αποκρατικοποιήσεις περί τα 20 δισ. ευρώ από 61 πωλήσεις. Αν σε αυτά προστεθούν και τα 50 δισ. που φιλοδοξεί η κυβέρνηση να εξασφαλίσει μέχρι το 2015, τότε η χώρα μας καταλαμβάνει την πέμπτη θέση πανευρωπαϊκά σε ότι αφορά τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις μετά από τη Γαλλία που βρίσκεται στην πρώτη (137,1 δισ.), την Ιταλία (115,6 δισ.), τη Βρετανία (99,4 δισ.) και τη Γερμανία (85,5 δισ.).
Ωστόσο, το ποσό αυτό είναι αμελητέο αν το συγκρίνει κανείς με το χρέος της Ελλάδας που σήμερα φτάνει τα 329 δισ. ευρώ και, σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, το 2020 θα είναι υπερδιπλάσιο του ΑΕΠ.
Δείτε στο γράφημα τα έσοδα των ευρωπαϊκών χωρών από τις ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας τους (είτε μέσω δημόσιας προσφοράς μεριδίου, είτε μέσω εξεύρεσης στρατηγικού επενδυτή) κατά την περίοδο 1977-2009 σε συνάρτηση με το χρέος τους.
Από το γράφημα γίνεται φανερό ότι οι ιδιωτικοποιήσεις μέχρι τη δεκαετία του '90 αποτελούσαν άγνωστη έννοια, ακόμη και για τα δυτικά κράτη (με εξαίρεση τη Θατσερική Βρετανία όπου εφαρμόζεται πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων από τις αρχές του '80). Αυτό αλλάζει κατά τα δύο πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '90, ενισχύεται με την κατάρρευση των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.